• Μάριος Βερέττας

Ο ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ ΚΑΙ Η ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ



Βρισκόμαστε λίγο μετά τα μέσα του 4ου πx αιώνα. Πιο συγκεκριμένα, το 342 πx, όταν ο βασιλέας Φίλιππος της Μακεδονίας αποφάσισε να αναθέσει τη μόρφωση του έφηβου Αλέξανδρου στον φιλόσοφο Αριστοτέλη, γιο του αυλικού γιατρού Νικόμαχου. Έναν χρόνο αργότερα και ενώ η αυξανόμενη στρατιωτική δύναμη του Φιλίππου απειλούσε πλέον φανερά τα συμφέροντα της Αθηναϊκής Δημοκρατίας, ο Δημοσθένης στην Πνύκα εκφώνησε τον τρίτο και καλύτερο (αντι-) Φιλιππικό λόγο του. Τότε ακριβώς γεννήθηκε στη Σάμο ο Επίκουρος, που είχε πατέρα του τον Νεοκλή, έναν φτωχό Αθηναίο κληρούχο γραμματοδιδάσκαλο, γόνο ωστόσο της παμπάλαιας οικογένειας των Φιλαϊδών, και μητέρα του την Χαιρεστράτη.

Πριν ακόμη μάθει να περπατάει ο Επίκουρος, οι Αθηναίοι και οι σύμμαχοί τους αποφάσισαν να κηρύξουν τον πόλεμο εναντίον του Φιλίππου, ενώ ο νεότατος Αλέξανδρος, αφού παρακολούθησε για λιγότερο από δύο χρόνια τα μαθήματα του Αριστοτέλη στη βασιλική σχολή της Μίεζας, κοντά στη σημερινή Νάουσα, ανέλαβε κατ’ εντολή του πατέρα του την πρώτη του εκστρατεία, κατά των Μαίδων στη περιοχή της βόρειας Μακεδονίας.

Η αντίδραση του Φιλίππου υπήρξε άμεση. Προέλασε στα νότια και κατέλαβε την Ελάτεια, κοντά στις Θερμοπύλες. Το 338 πx οι Αθηναίοι, οι Θηβαίοι και οι σύμμαχοί τους παρατάχθηκαν απέναντι στον μακεδονικό στρατό στη Χαιρώνεια της Βοιωτίας. Επικεφαλής του μακεδονικού ιππικού ήταν ο διάδοχος Αλέξανδρος. Στη μάχη που ακολούθησε οι νότιοι σύμμαχοι ηττήθηκαν από τους βόρειους αντιπάλους τους. Στην ακρόπολη των Θηβών, την Καδμεία, εγκαταστάθηκε μόνιμη μακεδονική φρουρά, ενώ η Αθήνα αντιμετωπίστηκε με εντυπωσιακή πραότητα από τους νικητές. Ο Επίκουρος στη Σάμο, ήταν μόλις τριών ετών.

Ο γάμος έπειτα του Φιλίππου με την νεότατη Κλεοπάτρα του Αττάλου προκάλεσε την λυσσαλέα αντίδραση της Ολυμπιάδας, η οποία πήρε μαζί της τον γιό της Αλέξανδρο και κατέφυγε στην πατρίδα της, την Ήπειρο. Ο Φίλιππος στο μεταξύ κήρυξε τον πόλεμο ενάντια στην Περσική Αυτοκρατορία. Την ίδια χρονιά, ο Μακεδόνας στρατηγός Αντίγονος ο Μονόφθαλμος, απόκτησε έναν γιο, τον Δημήτριο, ο οποίος αργότερα απόκτησε το προσωνύμιο «Πολιορκητής».


Το 336πx, ο Επίκουρος ήταν πέντε χρονών, όταν στην Μακεδονία δολοφονήθηκε ο βασιλιάς Φίλιππος και ο μακεδονικός στρατός ανακήρυξε ως βασιλέα τον νεαρό Αλέξανδρο, που στο μεταξύ είχε συμφιλιωθεί με τον πατέρα του. Στη συνέχεια το πανελλήνιο Συνέδριο της Κορίνθου αναγνώρισε τον Αλέξανδρο ως ηγεμόνα της συμμαχίας και στρατηγό-αυτοκράτορα για την εκστρατεία εναντίον των Περσών.

Τότε στην Αθήνα, με πρόταση του Δημοσθένη, επανήλθε σε ισχύ ο θεσμός της «εφηβείας», δηλαδή της στρατιωτικής θητείας των νεαρών Αθηναίων, ενώ στη Θήβα οι κάτοικοι πήραν τα όπλα κατά της μακεδονικής φρουράς.

Μαθαίνοντας τα καθέκαστα ο Αλέξανδρος προέλασε ταχύτατα προς τη νότιο Ελλάδα, πολιόρκησε τη Θήβα, την κατέλαβε και την έκαψε, εξαιρώντας μόνον την κατοικία του ποιητή Πινδάρου. Οι περισσότεροι κάτοικοι πουλήθηκαν ως δούλοι. Αντίθετα την Αθήνα την αντιμετώπισε με επιείκεια αναδεικνύοντας ωστόσο στη διακυβέρνηση της πόλης την φιλομακεδονική παράταξη. Παράλληλα κάλεσε τον Αριστοτέλη να επιστρέψει στην Αθήνα και εφόσον είχε απορριφθεί το αίτημά του να αναλάβει την ηγεσία της πλατωνικής σχολής, της Ακαδημίας, του διασφάλισε μια γενναία χρηματοδότηση προκειμένου να ιδρύσει τη δική του φιλοσοφική σχολή, το Λύκειο, ανάμεσα στη νοτιοανατολική πλευρά του Λυκαβηττού και την κοίτη του Ιλισσού, ή με σημερινούς όρους ανάμεσα στο Κολωνάκι και τις στήλες του Ολυμπίου Διός.

Δυο χρόνια αργότερα ο Αλέξανδρος σημείωσε την πρώτη μεγάλη νίκη του κατά των Περσών, στο Γρανικό ποταμό, κοντά στην Τροία, και συνέχισε την προέλασή του απελευθερώνοντας τη μια μετά την άλλη τις ελληνικές πόλεις της Ιωνίας και της Λυκίας. Στη συνέχεια, αφού ξεχειμώνιασε στο Γόρδιο, ήρθε αντιμέτωπος με τον Δαρείο στην Ισσό, στα σύνορα με τη Συρία, όπου και συνέτριψε τα περσικά στρατεύματα, συλλαμβάνοντας ακόμη και την οικογένεια του Μεγάλου Βασιλέα. Ο Επίκουρος τότε ήταν μόλις οχτώ χρονών.

Στη συνέχεια ο Αλέξανδρος καταπιάστηκε με τις δύσκολες πολιορκίες των πόλεων της Φοινίκης. Μετά την κατάληψή τους και την διάλυση του φοινικικού ναυτικού, ο δρόμος άνοιξε προς την αφύλαχτη ουσιαστικά Αίγυπτο. Στη χώρα του Νείλου ο Μακεδόνας βασιλέας ίδρυσε την Αλεξάνδρεια. Ακολούθησε η νέα προέλαση του Αλέξανδρου προς τα ανατολικά, όπου στα Γαυγάμηλα διέλυσε κυριολεκτικά τον κατά πολύ ισχυρότερο περσικό στρατό και έτρεψε σε φυγή τον Δαρείο. Μετά έπεσαν με τη σειρά τους η Βαβυλώνα, η Περσέπολη και οι Πασαργάδες, ενώ στην Ελλάδα οι Σπαρτιάτες ξεσηκώθηκαν ενάντια στους Μακεδόνες και νικήθηκαν από τον αντιβασιλέα Αντίπατρο έξω από τη Μεγαλόπολη.

Ο μικρός Επίκουρος ζούσε ακόμη με την οικογένειά του στη Σάμο και ήταν μόλις δέκα ετών ενώ την επόμενη χρονιά στη Λάμψακο, μια μικρή πόλη στις ασιατικές ακτές του Ελλησπόντου, γεννήθηκε ο Μητρόδωρος, ο οποίος στο μέλλον θα γινόταν ο καλύτερος μαθητής του Αθηναίου φιλόσοφου.

Στο μεταξύ ο Αλέξανδρος συνέχισε να καταδιώκει τον Δαρείο στα βάθη της Περσίας, μέχρι που τον βρήκε δολοφονημένο από τον σατράπη Βήσσο. Παρόλα αυτά ο Μακεδόνας βασιλιάς εξακολούθησε να προελαύνει προς τα ανατολικά.

Μέσα στην επόμενη διετία ο Μακεδόνας βασιλιάς προέλασε στην Ινδία, νίκησε τον Πώρο και θα εξακολουθούσε να προχωρά ανατολικά, μέχρι που ο στρατηγός Κοίνος, εκφράζοντας την γνώμη του συνόλου των στρατιωτών, του ζήτησε να σταματήσει. Ο Μακεδόνας βασιλιάς αναγκάστηκε να συμμορφωθεί με την επιθυμία των πολεμιστών του.. Στράφηκε προς το νότο, για να βγει στον Ινδικό ωκεανό, κι έπειτα διαμέσου της άνυδρης Αραχωσίας, ξεκίνησε την πορεία της επιστροφής, ενώ ο άτυχος στρατηγός Κοίνος άφησε άρρωστος την τελευταία του πνοή στις όχθες του Ινδού ποταμού.

Σύμφωνα με το νόμο του Δημοσθένη επί «εφηβείας», ο δεκαεπτάχρονος Επίκουρος, ως Αθηναίος πολίτης, πήρε το καράβι από τη Σάμο και ήρθε το 324πx στην Αθήνα, για να εκπληρώσει τη δίχρονη στρατιωτική του θητεία, η οποία του έδωσε την ευκαιρία να συνδεθεί φιλικά με τον συνομήλικο και κατοπινό κωμωδιογράφο Μένανδρο. Την ίδια χρονιά, στα Σούσα, με την παραίνεση του Αλέξανδρου, οι Μακεδόνες αξιωματικοί νυμφεύτηκαν πολυάριθμες νεαρές Περσίδες, ενώ ο ίδιος ο Μακεδόνας βασιλιάς πήρε για δεύτερη γυναίκα του την θυγατέρα του Δαρείου Στάτειρα.

Δυστυχώς, την επόμενη χρονιά, στις αρχές του καλοκαιριού του 323πx, ο Αλέξανδρος, ενώ ετοίμαζε μια νέα εκστρατεία προς την Αραβία, πέθανε νεότατος στην Βαβυλώνα, μάλλον από ελονοσία. Μερικοί μίλησαν αργότερα για δολοφονία, αλλά τίποτα δεν αποδείχθηκε. «Επιμελητής της βασιλείας», κάτι σαν αντιβασιλέας, ανέλαβε ο στρατηγός Περδίκκας. Την ίδια μέρα με τον Αλέξανδρο πέθανε στην Κόρινθο ο Πόντιος φιλόσοφος Διογένης ο Κυνικός.

Η είδηση του θανάτου του Αλέξανδρου ξεσήκωσε τους αντιμακεδόνες της Αθήνας. Κατηγόρησαν για ασέβεια τον Αριστοτέλη, που τον θεωρούσαν όργανο των συμφερόντων του μακεδονικού θρόνου. Ο Σταγειρίτης φιλόσοφος αναγκάστηκε να διαφύγει στη Χαλκίδα, όπου και πέθανε την επόμενη χρονιά. Στο μεταξύ ο στρατηγός Λεωσθένης ανέλαβε τη διοίκηση του αθηναϊκού στρατού. Ένας από τους νεαρούς στρατιώτες ήταν και ο Επίκουρος.

Έτσι ξέσπασε ο περίφημος Λαμιακός πόλεμος. Ο Λεωσθένης προέλασε βόρεια, κατάφερε να διώξει τους Μακεδόνες από τις Θερμοπύλες και να πολιορκήσει τον Αντίπατρο στη Λαμία. ΄Όμως ο Αθηναίος στρατηγός σκοτώθηκε στο πεδίο της μάχης ενώ ο Μακεδόνας στρατηγός Λεοννάτος έσπευσε με στρατεύματα να ενισχύσει τον Αντίπατρο. Στην επόμενη μάχη, στην Κραννώνα της Θεσσαλίας, σκοτώθηκε κι ο Λεοννάτος, αλλά ο μακεδονικός στόλος συνέτριψε τον αθηναϊκό στην Άβυδο και στη συνέχεια στην Αμοργό. Τους νεκρούς Αθηναίους πολεμιστές αποχαιρέτισε μ’ έναν συγκλονιστικό λόγο ο ρήτορας Υπερείδης, κι ενδεχομένως ένας από τους ακροατές ήταν και ο δεκαεννιάχρονος οπλίτης Επίκουρος.

Η Αθήνα πλέον έχασε την πολιτική της ανεξαρτησία. Ο Αντίπατρος εγκατέστησε μακεδονική φρουρά στο φρούριο της Μουνιχίας, δηλαδή στη σημερινή Καστέλα, και κυνήγησε ανελέητα τους ηγέτες της αντιμακεδονικής παράταξης. Ο Υπερείδης, όπως και πολλοί ομοϊδεάτες του, συνελήφθη και εκτελέστηκε με φριχτά βασανιστήρια. Ο Δημοσθένης πρόλαβε και αυτοκτόνησε στον Πόρο.

Το Λύκειο του Αριστοτέλη, ως κέντρο της μακεδονικής πολιτικής στην Αθήνα, άρχισε και πάλι να λειτουργεί υπό τη διεύθυνση του Θεόφραστου, που διαδέχθηκε τον Σταγειρίτη.

Υπό το νέο καθεστώς οι φτωχοί Αθηναίοι έχασαν τα πολιτικά της δικαιώματα. Όσοι δεν είχαν περιουσία αξίας δύο χιλιάδων δραχμών και πάνω δεν είχαν το δικαίωμα να λέγονται Αθηναίοι πολίτες. Μάταια προσπάθησε να αντιπαλέψει τα νέα μέτρα ο Δημοχάρης, ανιψιός του Δημοσθένη. Ο νεαρός Επίκουρος απολύθηκε από τον στρατό, και όντας φτωχός, έχασε τα πολιτικά του δικαιώματα και αναγκάστηκε να φύγει εξόριστος από την Αθήνα.

Ούτε όμως στη Σάμο μπορούσε να επιστρέψει ο Επίκουρος. Διότι ο «Επιμελητής της βασιλείας», ο Περδίκκας, έδιωξε όλους τους Αθηναίους κληρούχους από το νησί.

Ο Επίκουρος ξαναβρήκε την οικογένειά του εξόριστη στην Κολοφώνα της Ιωνίας, την ίδια περίπου εποχή που ο Περδίκκας δολοφονήθηκε από τον Σέλευκο στην Αίγυπτο. Κατά τη νέα συνάντηση των Επιγόνων στον Τριπαράδεισο της Συρίας, ο Αντίπατρος, όντας ο γηραιότερος, αναγνωρίστηκε από τους υπόλοιπους στρατηγούς ως «Αυτοκράτορας Επιμελητής».

Το 319πx, ο πάμφτωχος και εξόριστος στην Κολοφώνα Επίκουρος προσπάθησε να επιβιώσει, αρχικά μάλλον ως γραμματοδιδάσκαλος σαν τον πατέρα του, ενώ παράλληλα μελετούσε φιλοσοφικά κείμενα, προκειμένου να διδάξει κάποτε φιλοσοφία. Στα πλαίσια των μελετών του ανακάλυψε τη λησμονημένη φυσική του Δημόκριτου, που είχε πεθάνει πριν από μισό αιώνα, και την έθεσε ως θεμέλιο λίθο της δικής του φιλοσοφικής θεωρίας.

Ως γνωστόν ο Δημόκριτος, ο θεμελιωτής της ατομικής θεωρίας, γεννήθηκε εκατόν τριάντα χρόνια πριν από τον Επίκουρο κι αφού ταξίδεψε πολύ ανά τον κόσμο επέστρεψε στην πατρίδα του όπου συνέγραψε δεκάδες έργα, τα οποία του χάρισαν την πανελλήνια αναγνώριση.

Ο Δημόκριτος έζησε περισσότερα από εκατό χρόνια με τρόπο λιτό, καλλιεργόντας την αχόρταγη παρατήρηση των πάντων και προσπαθώντας να προσεγγίσει την άγνωστη στην εποχή του έννοια της αντικειμενικότητας. Συνάμα ο μεγάλος Αβδηρίτης φιλόσοφος δίδασκε. Και δίδασκε με το γέλιο. Oι μαθητές του καταγοητεύονταν από τον απλό και αστείο τρόπο με τον οποίο παρουσίαζε ακόμη και τις πιο δυσνόητες έννοιες. Ουσιαστικά το γέλιο αναδείχθηκε από τον Δημόκριτο σε τρόπο ζωής, σε καθημερινή επιδίωξη, γι’ αυτό και οι μαθητές του τον αποκαλούσαν «γελασίνο».

Σαν γραμματέα του ο Δημόκριτος προσέλαβε έναν πάμφτωχο νεαρό Αβδηρίτη αχθοφόρο, του οποίου εκτίμησε την ευφυΐα, από τον τρόπο που φόρτωνε τα πλοία. Κι ο αχθοφόρος αυτός δεν ήταν άλλος από το μετέπειτα μεγάλο σοφιστή, τον Πρωταγόρα, τον λαϊκό στοχαστή που δίδαξε ότι


ΧΡΗΜΑΤΩΝ ΠΑΝΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕΤΡΟΝ


Πως δηλαδή: Μέτρο για όλα είναι ο άνθρωπος !


Μελετώντας τα συγγράμματα του μεγάλου Αβδηρίτη, ο νεαρός Eπίκουρος υιοθέτησε ανεπιφύλακτα την ατομική θεωρία και την έθεσε ως βάση της δικής του διδασκαλίας αναπτύσσοντάς την ακόμη περισσότερο, εφόσον την αναγνώρισε ως την τελειότερη ερμηνεία του κόσμου, της φύσης, του ανθρώπου.


Το 319 πx στη Μακεδονία πέθανε ο Αντίπατρος, ενώ η κόρη του η Φίλα, γέννησε στους Γόνους της Θεσσαλίας, τον Αντίγονο, ο οποίος αποκλήθηκε για τούτο Γονατάς. Πατέρας του γιου της Φίλας ήταν ο δεκαοχτάχρονος γιος του στρατηγού Αντίγονου του Μονόφθαλμου, ο Δημήτριος ο Πολιορκητής.

Στη διαθήκη του ο Αντίπατρος παρέκαμψε τον δύστροπο σαραντάρη γιό του Κάσσανδρο και εμπιστεύθηκε το θρόνο της Πέλλας στον στρατηγό Πολυπέρχοντα. Έτσι ξεκίνησε ένας τρίχρονος εμφύλιος πόλεμος στην Ελλάδα, ανάμεσα στους δύο διεκδικητές του μακεδονικού θρόνου. Οι Αθηναίοι πήραν αρχικά το μέρος του Πολυσπέρχοντα, επειδή τους έταξε «δημοκρατία», αλλά την επόμενη χρονιά συνθηκολόγησαν με τον Κάσσανδρο, ο οποίος τους επέβαλε ως «επιμελητή της πόλεως», δηλαδή δικτάτορα, τον Δημήτριο Φαληρέα, έναν εκλεκτό μαθητή του αριστοτελικού Λυκείου.

Πρώτη δουλειά του Φαληρέα ήταν να διορίσει «νομοφύλακες» και «γυναικονόμους» δηλαδή σώματα κρατικής τρομοκρατίας, ενώ ταυτόχρονα επέβαλε βαριά φορολογία στους Αθηναίους, για να χρηματοδοτήσει την ανέγερση τριακοσίων εξήντα επίχρυσων ανδριάντων που παρίσταναν τον… ίδιο. Με τη στήριξη του Κάσσανδρου ο Δημήτριος Φαληρέας, ζούσε μέσα στη χλιδή και διακήρυσσε ως αριστοτελικός φιλόσοφος ότι ο απλός λαός δεν δικαιούται να έχει λόγο στα ζητήματα διακυβέρνησης της πόλης. Εξόρισε τον ρήτορα Δημοχάρη, ως συγγενή του Δημοσθένη, και θανάτωσε τον ογδονταπεντάχρονο στρατηγό Φωκίωνα, που είχε πάρει το μέρος του Πολυσπέρχοντα.

Εκείνα τα ταραγμένα χρόνια γεννήθηκε στην Ήπειρο και ο περίφημος αργότερα Πύρρος, ο οποίος ήταν εγγονός της Τρωάδας, αδελφής της Ολυμπιάδας, την οποία Ολυμπιάδα δολοφόνησε το 316 πx ο Κάσσανδρος, αποφασισμένος να εξοντώσει όλη την οικογένεια του Αλέξανδρου.

Την ίδια ακριβώς εποχή ο εικοσιπεντάχρονος Επίκουρος προσπάθησε να διδάξει για πρώτη φορά φιλοσοφία στη Μυτιλήνη, όπου γνωρίστηκε και συνδέθηκε φιλικά με τον Έρμαρχο, αλλά βρέθηκε αντιμέτωπος με τις βίαιες αντιδράσεις των αριστοτελικών.

Τότε ήταν που κάποιοι Λαμψακηνοί νέοι άκουσαν τη φιλοσοφική διδασκαλία του Επίκουρου στην Μυτιλήνη και τον προσκάλεσαν να εγκατασταθεί στην πόλη τους και να ιδρύσει εκεί φιλοσοφική σχολή. Ο Επίκουρος δέχθηκε και μετακόμισε οικογενειακώς στη Λάμψακο, στην ασιατική ανατολική άκρη του Ελλήσποντου, όπου γνωρίστηκε και συνδέθηκε φιλικά με τον Μητρόδωρο, τον Πολύαινο, τον Κολώτη και τους άλλους Λαμψακηνούς που έγιναν μαθητές του και τον ακολούθησαν μερικά χρόνια αργότερα στην Αθήνα.

Στα χρόνια λοιπόν που ο Επίκουρος δίδασκε φιλοσοφία στη Λάμψακο, ο Αρίσταρχος ο Σάμιος διατύπωσε για πρώτη φορά την ηλιοκεντρική θεωρία, ενώ στη Μακεδονία ο στρατηγός Κάσσανδρος εξόντωσε και τα τελευταία μέλη της οικογένειας του Μεγάλου Αλεξάνδρου, δολοφονώντας στη σειρά τη Ρωξάνη και το γιό της Αλέξανδρο, αλλά και τη Βαρσίνη και το γιο της Ηρακλή, ο οποίος αν και νόθος υπήρξε ουσιαστικά ο πρώτος γιος του Μακεδόνα βασιλιά. Παράλληλα ο Κάσσανδρος ίδρυσε στον Θερμαϊκό κόλπο την πόλη Θεσσαλονίκη, που την ονόμασε έτσι προς τιμή της γυναίκας του, η οποία ήταν ετεροθαλής αδελφή του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Μπαίνοντας στην τελευταία δεκαετία του 4ου αιώνα, και συγκεκριμένα το 307 πx ο Αντίγονος ο Μονόφθαλμος προκειμένου να περιορίσει τη δύναμη του Κάσσανδρου στην Ελλάδα έστειλε το γιο του, τον τριαντάχρονο πλέον Δημήτριο τον Πολιορκητή, με διακόσια πενήντα πολεμικά πλοία να «ελευθερώσει» την Αθήνα.

Πράγματι, όταν ο μεγάλος αυτός στόλος έφτασε εμπρός από το Φάληρο, η μακεδονική φρουρά της Μουνιχίας τον θεώρησε αιγυπτιακό, άρα φιλικό, εφόσον εκείνη την εποχή ο Πτολεμαίος ήταν σύμμαχος του Κάσσανδρου. Εκμεταλλευόμενος αυτή την παρεξήγηση ο Δημήτριος με είκοσι πέντε πλοία μπήκε ορμητικά στο κεντρικό λιμάνι του Πειραιά, που τότε λεγόταν Κάνθαρος, και φτάνοντας στην προκυμαία διαμήνυσε με τον κήρυκά του στους Αθηναίους ότι ήρθε να τους ελευθερώσει από τον μακεδονικό ζυγό και να αποκαταστήσει το πάτριο δημοκρατικό πολίτευμα.

Το διάβημα του Δημήτριου έφερε γρήγορα αποτέλεσμα. Οι δημοκρατικοί Αθηναίοι ενθουσιάστηκαν κι έπιασαν τα όπλα. Τα στρατεύματα του Δημήτριου αποβιβάστηκαν στον Πειραιά και πολιόρκησαν τη φρουρά του Κάσσανδρου στη Μουνιχία. Δυο μέρες αργότερα το οχυρό έπεσε, η φρουρά παραδόθηκε και ο εγκάθετος δικτάτορας Δημήτριος Φαληρέας διέφυγε στη Βοιωτία κι από εκεί στην Αίγυπτο, όπου ο Πτολεμαίος του ανέθεσε την ίδρυση της βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας.

Στο μεταξύ ο Δημήτριος ο Πολιορκητής ήρθε στην Πνύκα, κι εκεί, αφού συγκάλεσε μετά από δέκα χρόνια δικτατορίας την εκκλησία του δήμου, ανάγγειλε με κάθε επισημότητα την ανεξαρτησία της Αθήνας, την αποκατάσταση του δημοκρατικού πολιτεύματος, και τη δωρεά ενός μεγάλου φορτίου σταριού κι ενός μεγάλου φορτίου ξυλείας. Ως αντάλλαγμα, βέβαια, ζήτησε να κατασκευαστούν και να επανδρωθούν εκατό πολεμικά πλοία για την ενίσχυση του στόλου του.

Οι Αθηναίοι στην πλειοψηφία τους ενθουσιάστηκαν από τις αναπάντεχες ευεργεσίες του Δημήτριου. Έσπασαν τους ανδριάντες του Φαληρέα και ανακάλεσαν από την εξορία τον Δημοχάρη. Παράλληλα υιοθέτησαν την πρόταση του δημαγωγού Στρατοκλή να κατασκευάσουν αγάλματα του Δημήτριου και του Αντίγονου, να στολίσουν τα κεφάλια τους με χρυσά στέμματα, να στήσουν βωμούς προς τιμή τους, να υφάνουν τα πρόσωπά τους στον πέπλο της θεάς Αθηνάς, και άλλα παρόμοια.

Μαθαίνοντας την πτώση της δικτατορίας ο Επίκουρος, αποφασίζει να επιστρέψει στην Αθήνα. Οι Λαμψακηνοί φίλοι του ετοιμάστηκαν να τον ακολουθήσουν και να τον βοηθήσουν να ιδρύσει την πρώτη δημοκρατική φιλοσοφική σχολή, ανοιχτή για όλους του ανθρώπους, κι όχι μόνον για κάποιους πλούσιους «εκλεκτούς», όπως ήταν μέχρι τότε οι μαθητές των σχολών του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη.